σακαράκας

ο
στρατιωτικός αμόρφωτος και γελοίος, χαντζάρας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σακαράκας — ο, Ν [σακαράκα] (με ειρωνική σημ.) άξεστος και αγράμματος στρατιωτικός που γελοιοποιείται προβάλλοντας διαρκώς τον εαυτό του …   Dictionary of Greek

  • χαντζάρας — και χατζάρας, ο, Ν (χλευαστ.) σπαθοφόρος, σακαράκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαντζάρι / χατζάρι + κατάλ. ας (πρβλ. κεφάλ ας)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.